zox.gr / ΤΑΙΝΙΕΣ / Φαίδων Γεωργίτσης: Τα δύσκολα παιδικά χρόνια, ο Τζέιμς Ντιν και ο… Πανιώνιος
ΤΑΙΝΙΕΣ

Φαίδων Γεωργίτσης: Τα δύσκολα παιδικά χρόνια, ο Τζέιμς Ντιν και ο… Πανιώνιος

Ο Φαίδων Γεωργίτσης δεν είχε μια εύκολη ζωή. Για να φτάσει μέχρι το θεατρικό σανίδι, έπρεπε να υπερβεί πολλά αντικειμενικά και υποκειμενικά εμπόδια.

Ο Φαίδων Γεωργίτσης «έφυγε» από τη ζωή το μεσημέρι της πρώτης Μαρτίου, σε ηλικία 80 ετών. Άφησε πίσω του μια γεμάτη καριέρα στο θέατρο, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Μια καριέρα η οποία δεν θα μπορούσε να είχε «ανθίσει», εάν ο εκλιπών δεν επεδείκνυε μεγάλα αποθέματα υπομονής και πείσματος για να κυνηγήσει το όνειρό του.

Τα πρώτα χρόνια του Φαίδωνα Γεωργίτση, μέχρι τη στιγμή που έκανε την εμφάνισή του στο σανίδι, δεν θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν εύκολα. Γεννημένος τον Ιανουάριο του 1939 στη Νέα Σμύρνη, πέρασε τα παιδικά του χρόνια στη δίνη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και της Κατοχής.

Η οικογένειά του, κλήθηκε να αντιμετωπίσει την πείνα και τις κακουχίες εκείνης της μαύρης περιόδου, αλλά και μια τραγική απώλεια, η οποία σημάδεψε τον μετέπειτα ηθοποιό για μια ζωή.  Η οικογένεια Γεωργίτση θρήνησε τον χαμό της κόρης της, όταν ο μετέπειτα ηθοποιός ήταν τριών ετών.

Η απώλεια «σκλήρυνε» ακόμη περισσότερο τη στάση του αυστηρού πατέρα του (ήταν αξιωματικός του ναυτικού), αλλά και την ψυχοσύνθεση του ιδίου. Μεγαλώνοντας, για να του κάνει το χατήρι, μπήκε στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων. Κάτι το οποίο απεδείχθη ότι δεν ταίριαζε στον Φαίδωνα, ο οποίος σε ηλικία 17 ετών, είχε άλλα όνειρά για τη ζωή του. Και τα περισσότερα εξ αυτών αφορούσαν την υποκριτική.

Έπειτα από λίγους μήνες ως δόκιμος, τα αφήνει όλα πίσω του και κάνει το πρώτο βήμα για να φτάσει το όνειρό του. Προφανώς και η επιλογή του ήρθε σε κόντρα με τα όνειρα του πατέρα του, ο οποίος χρησιμοποίησε κάθε μέσο για να τον μεταπείσει.  «Ο πατέρας μου απειλούσε ότι θα αυτοκτονήσει. Γύρισα, αλλά το έσκασα ξανά μέσα απ’ το κελί όπου με είχαν τιμωρημένο. Δεν ξαναγύρισα και έπιασα δουλειά στα διυλιστήρια», είχε πει ο Γεωργίτσης σε παλαιότερη συνέντευξή του.

Η συνέχεια έφερε τον Γεωργίτση ενώπιον δεκάδων ενασχολήσεων ώστε να βγαίνει το μεροκάματο. Από τα διυλιστήρια μέχρι το γήπεδο μπάσκετ του Πανιωνίου. Για ένα μικρό χρονικό διάστημα, ο εκλιπών φόρεσε το σορτσάκι και τα αθλητικά παπούτσια, παίζοντας στην ομάδα της γειτονιάς του. Όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό, υπήρξαν αρκετοί λόγοι ώστε ο Γεωργίτσης -ή Τζέιμς Ντιν κατά τις προσφωνήσεις των γυναικών που τον θαύμαζαν- να μην ακολουθήσει το όνειρό του. Όμως, το πείσμα του, τον δικαίωσε.

Όταν πήρε στα χέρια του το ειδοποιητήριο στράτευσης, μετέβη στη σχολή του Κάρολου Κουν, κάνοντας την εγγραφή του εκεί, ώστε να πάρει την αναβολή. Κάτι το οποίο συνέβη και αποτέλεσε το γεγονός που «σφράγισε» την ενασχόλησή του με την υποκριτική. Εκεί, ο Γεωργίτσης νιώθει… σαν στο σπίτι του, ανακαλύπτοντας το ταλέντο του, αλλά και τον έρωτα, στο πρόσωπο της Μπέτυς Αρβανίτη.

Από τα νεανικά του χρόνια, προτού αφήσει το στίγμα του στην υποκριτική, ο Γεωργίτσης θεωρούταν από τον περίγυρό του ως… ζεν πρεμιέ. Το παρουσιαστικό του είχε πέραση στις γυναίκες, οι οποίες συχνά πυκνά τον φώναζαν «Τζέιμς Ντιν», παρομοιάζοντάς τον με τον τότε αστέρα του Χόλιγουντ. Πάντως, ο Γεωργίτσης, αντί να λάβει τα σχόλια με θετικό τρόπο, θύμωνε! Αιτία; Η μεγάλη του αγάπη για τον Μάρλον Μπράντο.

«Θύμωνα. Εγώ θαύμαζα τον Μάρλον Μπράντο. Κι όταν διάβαζα ότι ο Ντιν ήταν ο διάδοχος του Μπράντο ή θα τον ξεπερνούσε, γινόμουν έξαλλος. Είχα πει τόσα που όταν σκοτώθηκε σχεδόν ένιωσα ενοχές. Για να εξιλεωθώ, πήγα στο ‘‘Παλλάς’’ για να τον δω στα ‘‘Ανατολικά της Εδέμ’’. Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που έμπαινα σε κινηματογράφο», είχε αναφέρει σε συνέντευξή του.

Κάπως έτσι, κύλησαν τα πρώτα χρόνια της ζωής του Φαίδωνα Γεωργίτση. Ενός ανθρώπου που από νωρίς ανακάλυψε τη μαγεία του θεάτρου, αλλά χρειάστηκε να ξεπεράσει πάμπολλα εμπόδια ώστε να τα καταφέρει. O πόλεμος, η Κατοχή, η απώλεια της αδερφής του, ο ισχυρογνώμων στρατιωτικός πατέρας του, οι δουλείες του ποδαριού, το μπάσκετ… Εν τέλει, νικήτρια βγήκε η υποκριτική, με τον Φαίδωνα Γεωργίτση να κερδίζει το χειροκρότημα και μια θέση στη συνείδηση των Ελλήνων θεατών. Πάλεψε για να το καταφέρει, κερδίζοντας την αναγνώριση με το σπαθί του.