zox.gr / ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ / Βασίλης Καΐλας: Η ιστορία του πιο αναγνωρίσιμου παιδιού του ελληνικού κινηματογράφου
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Βασίλης Καΐλας: Η ιστορία του πιο αναγνωρίσιμου παιδιού του ελληνικού κινηματογράφου

Ο Βασίλης Καΐλας αποτέλεσε την πιο αναγνωρίσιμη φιγούρα νεαρής ηλικίας στα χρυσά χρόνια του ελληνικού κινηματογράφου.

Ο Βασίλης Καΐλας είναι μια από τις πιο αναγνωρίσιμες παιδικές φιγούρες του ελληνικού κινηματογράφου.

Το μικρό παιδάκι που έκανε αίσθηση με την παρουσία του σε μερικές παραγωγές της δεκαετίας του ’50 και του ’60, είχε παραχωρήσει συνέντευξη στην Espresso, διηγούμενος την ιστορία του και την πορεία του στον ελληνικό κινηματογράφο.

«Η ιστορία του Βασιλάκη ξεκίνησε ξαφνικά. Από τη μία στιγμή στην άλλη. Όταν ήμουν τεσσάρων ετών, το 1957, είχα την τύχη να μένω με τους γονείς μου στην ίδια πολυκατοικία με την Ελλη Λαμπέτη και τον Δημήτρη Χορν. Μια μέρα, καθώς έπαιζα στην είσοδο της πολυκατοικίας, άνοιξα την πόρτα για να μπει ένας κύριος.

Ήταν ο Κακογιάννης που είχε έρθει από το εξωτερικό για να γυρίσει την ταινία “Το τελευταίο ψέμα”. Με πλησίασε, με ρώτησε πως με λένε και ανέβηκε έπειτα στο διαμέρισμα της Λαμπέτη» θυμάται ο Βασίλης Καΐλας και συνεχίζει:

«Εκεί, της είπε ότι συνάντησε στην είσοδο ένα αγοράκι, το οποίο ήθελε να παίξει στην ταινία που ετοίμαζαν. Της είπε ότι ήμουν κάτι ξεχωριστό. Ετσι κατέβηκαν μαζί κάτω, με βρήκαν και πήγαμε στον πατέρα μου για να του μιλήσουν. Τον έπεισαν κι έτσι έπαιξα για πρώτη φορά στο “Τελευταίο ψέμα”

Ημουν μόλις τεσσάρων ετών και δεν καταλάβαινα τι έκανα. Μου έλεγαν θα πεις αυτό, με αυτό τον τρόπο και το έκανα, καθώς έτσι διασκέδαζα» λέει και προσθέτει: «Επειτα ήρθε ένας μικρός ρόλος, ο ρόλος του μικρού Αργύρη στο “Η κυρά μας η μαμή” με τη Γεωργία Βασιλειάδου, που κλήθηκε για να με ξεματιάσει» συνεχίζει χαμογελώντας και βυθίζεται στις αναμνήσεις του.

«Ωραία χρόνια, και ανέμελα. Είχα την τιμή να δουλέψω με μεγάλους ηθοποιούς, μεγαθήρια, που δυστυχώς “έφυγαν”. Θυμάμαι τα γυρίσματα της ταινίας “Μανταλένα”, όπου έπαιζα τον αδελφό της Αλίκης Βουγιουκλάκη. Στο νησί τότε δεν υπήρχε ρεύμα, τα γυρίσματα ήταν εξαντλητικά, αλλά είχα δίπλα μου έναν μεγάλο κύριο. Τον ηθοποιό Παντελή Ζερβό που έπαιζε τον παπά.

Είχε λατρεία με το ψάρεμα και κάθε πρωί πριν από το γύρισμα ντυνόταν με τα ράσα, έβαζε τα γένια και πηγαίναμε μαζί για ψάρεμα μέχρι να έρθει η ώρα μας. Ντυνόταν για να είναι έτοιμος… Ψαρεύαμε με κλωστή και παραμάνα… Επειτα ήρθε η ταινία που έγινα πολύ γνωστός, ο “Λουστράκος”. Τότε ήμουν επτά ετών και θυμάμαι ακόμη και σήμερα τα απαιτητικά και κουραστικά γυρίσματα».

Έγινα γνωστός και οι άνθρωποι με αναγνώριζαν. Εγώ δεν ήθελα δημοσιότητα. Ήμουν μικρό παιδί. Δεν μπορούσα να διαχειριστώ όλα αυτά που γίνονταν. Ήθελα την ησυχία μου. Με έβλεπαν στο δρόμο με τους γονείς μου και έλεγαν “ο κακόμοιρος ο Βασίλης”.

Ο κόσμος τότε πείναγε, μιλάμε για φτώχεια και σε κάθε ταινία ταυτιζόταν και με έναν ηθοποιό» λέει και συνεχίζει: «Τότε η κλάψα ήταν ο καθρέφτης της κοινωνίας. Έβλεπαν στην ταινία το φτωχό αγόρι, τον Βασιλάκη Μάρα να δουλεύει λουστράκος για ένα πιάτο φαΐ και τον αγώνα του να σπουδάσει για να γίνει γιατρός κι έπαιρναν παράδειγμα για να κάνουν το ίδιο».

Μάλιστα, όπως μας αποκάλυψε, πριν από μερικά χρόνια όταν πήγε στο σχολείο της κόρης του για να ρωτήσει τον καθηγητή της πώς πάει στα μαθήματα, με έκπληξη άκουσε να του λέει ότι έγινε καθηγητής χάρη σε αυτή την ταινία. «Απίστευτο και όμως αληθινό. Πήρε κουράγιο από την ταινία, πάλεψε και τα κατάφερε. Σήμερα όμως πια, δεν ξέρω αν υπάρχει καθρέφτης. Όλα είναι πλέον διαφορετικά. Τότε υπήρχε αγάπη μεταξύ των ανθρώπων. Τους ένωνε ο αγώνας για ένα καλύτερο αύριο, μια καλύτερη ζωή.

«Σκέφτηκα τότε να φύγω μετά από παρότρυνση του θείου μου και να πάνω στην Ελβετία όπου θα μάθαινα τη δουλειά του ωρολογοποιού και να αναλάμβανα έπειτα το μαγαζί του. Το είπα στον πατέρα μου και τότε εκείνος μου είπε να κάνω ό,τι θέλω. Αλλά προτού αποφασίσω να ανέβω στο πατάρι και να πετάξω όλο το υλικό που είχε μαζέψει εκείνος από την καριέρα μου… “Εγώ, παιδί μου, δεν μπορώ να το κάνω. Αν θέλεις, πέταξέ τα εσύ” μου είπε και τρελάθηκα. Eτσι αποφάσισα να συνεχίσω…»