zox.gr / ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ / Μάρκος Βαμβακάρης: Ο πρώτος μεγάλος ρεμπέτης του ντουνιά
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Μάρκος Βαμβακάρης: Ο πρώτος μεγάλος ρεμπέτης του ντουνιά

Ο Μάρκος Βαμβακάρης βλέπει το πρώτο φως της ζωής στις 10 Μαΐου του 1905 στη Σύρο. Σαν σήμερα, πριν από 114 χρόνια, η Ελλάδα υποδέχθηκε τον μουσικό της "πατριάρχη", ο οποίος άνοιξε τον δρόμο ώστε το μπουζούκι να περάσει από τους τεκέδες στα... μέγαρα.

Ο Μάρκος Βαμβακάρης ήταν παιδί του καιρού του. Και σχεδόν για κάθε παιδί που γεννιόταν στις αρχές του 20ου αιώνα, τα πράγματα μόνο εύκολα και στρωμένα δεν θα μπορούσαν να έχουν έρθει. Η οικογένειά του ήταν πάμπτωχη μεν, αλλά αγαπούσε τη μουσική με τον τρόπο της. Πως αλλιώς θα μπορούσε να συμβεί, εφόσον η Σύρος «αγκάλιαζε» όλα τα μουσικά ρεύματα της εποχής;

Ο Μάρκος έδειξε από νωρίς την αγάπη του για την ιστορία, αλλά δεν έμελλε να κάτσει για πολύ στα θρανία. Ο πατέρας του ακολούθησε τους υπόλοιπους Έλληνες στους Βαλκανικούς Πολέμους και η οικογένεια χρειαζόταν κάποιο στήριγμα. Έτσι, σε πολύ νεαρή ηλικία, ο Βαμβακάρης βγήκε στην πιάτσα και έκανε δεκάδες δουλειές του «ποδαριού», για να βοηθήσει τη φαμίλια. «Όλες τις τέχνες που ‘κανα, ακούστε που τις λέω, τις γράφω και σαν θυμηθω μου ‘ρχεται για να κλαίγω». Εφημεριδοπώλης, χασάπης, λούστρος, βοηθός στο κλωστήριο που δούλευε η μητέρα του…

Σε ηλικία 12 ετών, το 1917, παίρνει τη μεγάλη απόφαση. Η Σύρος δεν τον χωρούσε για να ζήσει. Παίρνει το πρώτο πλοίο και μπαρκάρει για Πειραιά. Πριν καλά καλά βγάλει μουστάκι, ο Μάρκος Βαμβακάρης συνεχίζει τη σκληρή δουλειά για να τα βγάλει πέρα. Πρώτα ως λιμενεργάτης και μετέπειτα ως χασάπης. Δεκάδες εμπειρίες, φτώχεια, δυσκολίες, αλλά και εικόνες που μετέπειτα τις μετέφερε στο χαρτί, φτιάχνοντας διαμάντια.

Τότε, ένας εργάτης του βασικού ημερομισθίου, δεν είχε και πολλές επιλογές για να ξεσκάσει. Οι αντιθέσεις των τάξεων και οι διαχωρισμοί ήταν έντονοι, ενώ και ο ίδιος ο Μάρκος, δεν θα μπορούσε παρά να θεωρείται ως παιδί του λαού. Έτσι, όπως και οι υπόλοιποι, πήρε τον δρόμο για τους τεκέδες της εποχής. Εκεί ήταν που άκουσε για πρώτη φορά μπουζούκι. Εντυπωσιάστηκε τόσο, που πριν καν κλείσει τα 20, είχε φροντίσει να προμηθευτεί ένα και μέσα σε λίγους μήνες να γίνει αστέρι.

Και έτσι άρχισαν όλα. Το 1933, ο Σπύρος Περιστέρης τον βάζει με το «έτσι θέλω» στο στούντιο της Κολούμπια και ηχογραφεί το «Καραντουζένι». Ο Μάρκος ήταν σωστός «κοντραμπάσος». Μια κι έξω άνθρωπος αλλά και καλλιτέχνης. Δωρικός και συνάμα «φαρμακερός» στο παίξιμο και τους στίχους του. Από τους λίγους καλλιτέχνες που δεν χρειάζονταν πρόβες. Έμπαινε στο στούντιο, έβγαζε το κομμάτι «νερό» και έφευγε. Στη συνέχεια, γνώρισε και συνεργάστηκε με άλλους τρεις μεγάλους ρεμπέτες της εποχής. Ο Γιώργος Μπάτης, ο Στράτος Παγιουμτζής και ο Ανέστος Δελιάς στάθηκαν στο πλευρό του και δημιούργησαν την «Ξακουστή τετράς του Πειραιά…».

Κι ύστερα ήρθε ο πόλεμος. Και ο νέος «γύρος» δυσκολιών για τη ζωή του Βαμβακάρη, αλλά και όλων των Ελλήνων. Το μπουζούκι ήταν απαγορευμένο για το Μεταξικό καθεστώς, πολλώ δε μάλλον για τους Γερμανούς. Με πολύ ζόρι αλλά και πείσμα, ο Μάρκος και η νεότευκτη τότε δική του φαμίλια τα έβγαλαν πέρα. Μετά το τέλος της Κατοχής, ακολούθησε ένα σύντομο διάστημα επιτυχιών, για να έρθει η απαξίωση. Για έναν άνθρωπο ο οποίος δούλευε σκληρά από τα πέντε του χρόνια και «ποτίστηκε» στη δυστυχία, με τις συνθήκες ζωής να μην είναι πάντα οι ιδανικές, περιπτώσεις όπως η αρθρίτιδα, έστω και στα 45 του χρόνια, θα απέβαιναν μοιραίες.

Ο Μάρκος ταλαιπωρήθηκε, αλλά προσπαθούσε να συνεχίσει τη δική του πορεία. Όμως, η δεκαετία του ’50 φαινόταν να τον είχε προσπεράσει. Ήρθαν τα πρώτα τζούκμποξ, ενώ πλέον το μπουζούκι σαν απενοχοποιημένο όργανο, έβρισκε πατήματα σε ανθρώπους όπως ο Χιώτης. Τα ακούσματα προέρχονταν από ανατολικά μεν, όπως και στον παλιό καιρό, αλλά όχι από τη Μικρά Ασία. Η εισβολή των «ινδοπρεπών» μελωδιών, παραγκώνισε τον Μάρκο και τους υπόλοιπους.

«Τι πάθος ατελείωτο που είναι το δικό μου; Όλοι να θέλουν τη ζωή και εγώ τον θάνατό μου;», ψιθύρισε μετά από την καθιερωμένη βραδινή βόλτα του με τον γιο του, Στέλιο, μπας και βρουν ένα μαγαζί να τους δώσει λίγο χώρο για να βγει το μεροκάματο. Ωστόσο, για καλή του -και καλή μας- τύχη, ο Μάρκος δεν ξεχάστηκε ποτέ. Στις αρχές της δεκαετίας του ’60, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, ο οποίος είχε σε μεγάλη εκτίμηση τον «Πατριάρχη», αλλά και ο Βασίλης Τσιτσάνης, πήραν την πρωτοβουλία να επαναφέρουν στο προσκήνιο το ρεμπέτικο, μέσα από επανεκτελέσεις.

Ο κόσμος, που είχε βαρεθεί τη μαζική εισροή των «ινδοτράγουδων», επέστρεψε στις ρίζες του και επανεκτίμησε τον Βαμβακάρη και την πολιτιστική του παρακαταθήκη. Κάπως έτσι, ο ταλαιπωρημένος Μάρκος, έστω και στο φινάλε, στην τελευταία δεκαετία της ζωής του, έλαβε την αναγνώριση που του άξιζε. Επέστρεψε στο πάλκο και έπαιξε όπως και όσο μπορούσε, μέχρι να αφήσει την τελευταία του πνοή τον Φεβρουάριο του 1972. Ήταν 67 ετών, αλλά φαινόταν σαν 85άρης, λόγω της απίστευτα επίπονης ζωής που πέρασε.

Παράλληλα όμως, είχε φροντίσει να περάσει στην ιστορία. Ο πρώτος μεγάλος ρεμπέτης καλλιτέχνης που υπερασπίστηκε το μπουζούκι και άνοιξε δρόμο σε όλους τους υπόλοιπους, ώστε το λαϊκό αυτό όργανο να φύγει από τον τεκέ, το κυνήγι και την παρανομία και να φτάσει κάποια στιγμή να ακούγεται και στο Μέγαρο Μουσικής. Ο «Πατριάρχης» που μέσα από τη ζωή του, φρόντισε να δώσει το πρώτο σκούντηγμα, ώστε το μπουζούκι να γίνει από όργανο των παρανόμων, όργανο όλων των Ελλήνων…